ναῦλον

ναῦλον
плата за перевоз

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "ναῦλον" в других словарях:

  • ναῦλον — neut nom/voc/acc sg ναῦλος passage money masc acc sg ναῦλος passage money neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νάυλον — Βλ. λ. νάιλον. * * * το βλ. νάιλον …   Dictionary of Greek

  • Навлон — (Ναΰλον, δάνακη) так называлась у греков плата Харону за перевоз покойника на тот свет, через адскую реку Ахерон. Чтобы он мог уплатить Харону, ему клали при погребении в рот обыкновенно диобол (монета в 1/3 серебряной драхмы), иногда и медную… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ναῦλα — ναῦλον neut nom/voc/acc pl ναῦλος passage money neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλοις — ναῦλον neut dat pl ναύ̱λοις , ναῦλος passage money masc dat pl ναύ̱λοις , ναῦλος passage money neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλου — ναῦλον neut gen sg ναύ̱λου , ναῦλος passage money masc gen sg ναύ̱λου , ναῦλος passage money neut gen sg ναυλόω let one s ship for hire pres imperat act 2nd sg ναυλόω let one s ship for hire imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλων — ναῦλον neut gen pl ναύ̱λων , ναῦλος passage money masc gen pl ναύ̱λων , ναῦλος passage money neut gen pl ναυλόω let one s ship for hire imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ναυλόω let one s ship for hire imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ναύλῳ — ναῦλον neut dat sg ναύ̱λῳ , ναῦλος passage money masc dat sg ναύ̱λῳ , ναῦλος passage money neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Charon's obol — Charon and Psyche (1883), a pre Raphaelite interpretation of the myth by John Roddam Spencer Stanhope Charon s obol is an allusive term for the coin placed in or on the mouth[1] of a dead person before burial. According to …   Wikipedia

  • ορειβάσια — Η τέχνη της αναρρίχησης στα βουνά και κυρίως στις δυσπρόσιτες κορυφές. Η ο. εκτελείται συνήθως από ομάδες με τους κατάλληλους τεχνικούς τρόπους και τα απαραίτητα μέσα. Και στην Ελλάδα χρησιμοποιείται συχνά και ο διεθνής όρος αλπινισμός, από το… …   Dictionary of Greek

  • ορειβασία — Η τέχνη της αναρρίχησης στα βουνά και κυρίως στις δυσπρόσιτες κορυφές. Η ο. εκτελείται συνήθως από ομάδες με τους κατάλληλους τεχνικούς τρόπους και τα απαραίτητα μέσα. Και στην Ελλάδα χρησιμοποιείται συχνά και ο διεθνής όρος αλπινισμός, από το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»